Top Definition
Goonerocity is the act of a something awful goon see goon being generous.
Lowtax exercised great goonerocity by giving me his Elemental Mage Staff in World of Warcraft.
από Joe Sweet 25 Φεβρουάριος 2005
1 Word related to goonerocity

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×