Top Definition
The act of wanting, or doing sexual relations with a member of the opposite (or same) sex. Like regular rape but much more fierce.
Guy 1: I would gorilla rape Jessica Alba.
Guy 2: Yeah me to.
από MrDeadpool 4 Ιούνιος 2008
5 Words related to gorilla rape

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.