a mix between the words "go" and "away"; used to emphasize the fact that one is no longer wanted in or around the event or person in question.

Can also mean "Leave me alone."
A person named "X" walks into a room.
"Y" dilkies "X" and wants him to leave.

"Y" says, "Yo X, GOUWAY!!"

από Blagos 3 Οκτώβριος 2007

5 Words Related to gouway

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×