Top Definition
Pronunciation: grad-u-a-kay-shon
Fuction: noun

1 a : the award and acceptance of an edumacation degree or diploma
b: the ceremony at which edumacation degrees are conferred
Wow, I nearly spent as many bills to walk at graduacation.
από james "dub" williams 14 Δεκέμβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.