Top Definition
(Carribean) adj; meaning "bravado" or "swagger" - used in "The Lonely Londoners" by Samuel Selvon
"Now Galahad is a fellar who full of grandcharge."
#charge #bravado #swagger #arrogance #ego
από mattisokay 24 Ιούνιος 2007
5 Words related to grandcharge
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.