Top Definition
Adverb. gradually did something very well, and/or accomplished a task in a "grandly" manor.
Tyler was disappointed in my lack of creativity, and told me I was an embarrassment. He grandiddally ruined my self esteem.
από #ilovesloths 29 Ιούνιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×