Top Definition
An elderly person who is attractive.
Stephen Gunderson is a gransexual
από pudge258 7 Μάιος 2010
A transexual grandparent.
Hate to break it to you, but your ambiguous grandmother is a total gransexual.
από harlan50 29 Φεβρουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.