Top Definition
One who wears old man chic; grandpa fashions that are slowly working their way into the male wardrobe. e.g. cardigans, flat caps, thick rimmed specs, plaid and tweed.
- I just bought some new slippers and a cardy.
- You're a right gransvestite now, all you need is a pipe.
από markyharry 20 Φεβρουάριος 2006
5 Words related to gransvestite

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.