Top Definition
greenawald is a name for a guy who likes his own fathers penis in his asshole.
A: "have you heard of that guy ben?"
B: "yeah its sad that hes a greenawald"
A: "yeahh what a fag"
#gay #greenawald #fag #queer #guy
από john jk 29 Σεπτέμβριος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×