Top Definition
the act of being played or taken advantage of.
someone: "john said that he thinks your fat!"
john: "wow nigga, why you gotta greeze me."

"That dude just greezed me of my money!"

someone: "hey take everything out of jake's bag"

jake: "why you guys greezin me?"
από xkrnxballarx 9 Νοέμβριος 2008
Fucked
Sexxed
Sexual intercourse
I greezed that nuff times.
από PriincessOutdere 14 Ιούλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×