See also grit - The offspring of a grit or of progenitors of grits or rednecks. Also referred to as gritterlings. Typically denoted by a mullet and tail in the hair and a dirty epidermus.
We were canoeing down the river when we happened upon a gaggle of gritlins pretending to shoot real guns at us.
από Sherpa 6 Φεβρουάριος 2005

1 Word Related to gritlin

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×