Top Definition
Absolutely incapable of deeply understanding or having empathy for a particular topic or in general.
I tried to explain Windows files and folders to my mom, but she it totally grokless.
από grpNiteroi 25 Σεπτέμβριος 2009
5 Words related to grokless

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×