Top Definition
A beastly man; man of a larger stature. Most of the time, immense guns, low voice, and a beard.
I just sw this nasty ass grolliss at the mall.
από Colin Heinle 21 Μάιος 2006
5 Words related to grolliss

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.