Top Definition
1. gross
2. lacking in refinement, good manners, education, etc.; unrefined.
3. extremely or excessively fat.
4. extremely objectionable, offensive, nasty or disgusting
That fat chick had a grolss stomach, covered in stretchmarks.
από WolfmanJackal 17 Ιούλιος 2009
6 Words related to grolss

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×