Top Definition
In the act of grombling, the one who transfers the feces.
I love to gromble, but only if I can be the grombler.
από Fat Fuck Frank 2 Απρίλιος 2007
6 Words related to grombler

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×