Top Definition
A person who likes to spread butter in their butthole, dump on bread and eat it. Also refers to someone who has a monotone voice and uses animal sounds to express themselves.
Look at that crazy Grombu.
Eat my shit its Grombu has joined the channel.
από anonobono 16 Νοέμβριος 2007
5 Words related to grombu

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×