Top Definition
Noun. One who receives the feces following the act of grombling, and then throws said feces up.
Jessica loves to gromble, but is scared of getting fat. I suggested she become a grombulimic. See gromble.
από Fat Fuck Frank 2 Απρίλιος 2007
6 Words related to grombulimic

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.