Top Definition
Noun. One who forces another into the act of grombling. See gromble.
I really wasn't into it, but Andrew made me do it anyway. He's such a grombully.
από Fat Fuck Frank 2 Απρίλιος 2007
6 Words related to grombully

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.