Top Definition
To be discusted by something or someone; To be sickened by someone or something.
"Oh my god! He just farted! I am so grossed out!"

And then she turned to see maggots covering the dead animal. She was so grossed out.
από boo 24 Μάρτιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×