Top Definition
The act of eating, usually very quickly and with great hunger.
We were all hungry so we decided to partake in some grubbification before we went home from the beach.
από ChaoticTails 29 Σεπτέμβριος 2006
4 Words related to grubbification

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.