Top Definition
Guatemish (Gwat-em-ish)

The act of being bored. To live in extreme boredome with absolutely NOTHING to do.
I am SO guatemish today!
από willy watson 22 Ιούνιος 2009
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×