Top Definition
A. the mix of goth, punk, emo, and loner.
B. Someone who can't seem to decide who to be.
C. an insult to self when fed up with being called of those stereotypes.
"I'm such a worthless gunkemoner"
από cant_seem_to_get_it_right 10 Νοέμβριος 2006
5 Words related to gunkemoner

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.