Top Definition
To possess large arms; when one's arms are particularly large.... for instance after lifting weights. Derived from the word "guns" (or arms).
Tamara: "Nick, where have been all fukkin' day?"
Nick: "Chill out, big girl. I've been pumpin' some iron."
Tamara: "I can tell. You look all gunned up, you handsome devil."
από stockman09 16 Αύγουστος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.