Top Definition
n. The unknown/undiscovered internal organ that hurts when kicked, punched, or tampered with.
Dude, you just hit me in the gurnum!

My gurnum is killing me!

It was all going well, until the whore bit me in the gurnum.
από RWT 23 Μάρτιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×