Top Definition
the time when stupidty becomes apparent in a female, but only when there is a male present
"Girls at PVMS suffer from awful guypidity, yah know?"

"Emmaleigh just had a major guypidity moment, fur shur?"
από x3Natalie 11 Μάιος 2007
6 Words related to guypidity

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×