Top Definition
an accented form of expressing shock or excitement, usually expressed by those of a hispanic or latino origin
1: Mira eso por aya; GWAO!

2: Gwao. I can not believe you, man. Just....gwao.
#wow #excite #believe #shock #accent #accented #believed #shocked #wowed #gwao #wao
από JZMFPickles 19 Φεβρουάριος 2014
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×