Top Definition
(adj)-a silly white kid from a small hick town who thinks that they are from the city and they are hard and from the ghetto
"God you stupid gwetto jew!"
από me again 8 Απρίλιος 2005
9 Words related to gwetto

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×