1. sperm that is talented in the art of gymnastics.
2. a type of plant or shrub.
'WOW he's got some good gymnosperm!!!'
or
'What a lovely gymnosperm.'
από Annalie 17 Ιανουάριος 2008

9 Words Related to gymnosperm

1. Sperm that is very talented in the art of gymnastics.

2. Also a type of tree!
wow! he has some gymnosperms!!!
That is a very rare type of gymnosperm.
από Cooman 13 Ιανουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×