Top Definition
a requirement for action; usually "haffning to". Needing to do something. Origin of Utah natives.
She's haffning to go to da store for sum cotton candy.
από Utah escapee 12 Δεκέμβριος 2007
5 Words related to haffning

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×