Top Definition
A state of giddiness resembling being high; a combination of the words 'happy' and 'huffing'.
Sandra wouldn't stop laughing last night. She was so haffy she was laughing at nothing.
από mustgofaster 7 Αύγουστος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.