Top Definition
the moist meaty residue, left stranded within the beard and around the oral orifice of a person (usualy overweight), after hastily scoffing eastern european meat products.
"Pardon me for being rude wolfgang dear boy, but you appear to have some hamberrys clinging to your beard"
από Danny Glover Jr 24 Αύγουστος 2007
5 Words related to hamberry

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×