Top Definition
To overemphasise a point.
Hazel was hamhanded in making her point to the newly widowed Mrs. Jones. "You're his wife? I though you said you husband is dead. He is? Then you are not his wife, you're his widow."
από newsitian 1 Δεκέμβριος 2005
an individual (usually a chick) with grossly oversized mittens.
That hamhanded Biatch can sure play the violin
από FergieMD 28 Νοέμβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.