Top Definition
adj. a few or a handful of something
person 1:Can I have a handfew of chips?
person 2:hell no get your own!
από Caela 7 Σεπτέμβριος 2006
1 more definition
A handfull that only contains a few of something.
I brought a handfew of chicken nuggets for lunch today!
από Tylerrrrr 10 Σεπτέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×