Top Definition
the act of simultaneously harassing and hassling; to persistently irritate and inconvenience
I can scarcely get my work done with everyone hovering and harassling me all day.
από Macie Benson 29 Μάρτιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×