Top Definition
1. A person who is a buzzkill.
2. One who harshes another's mellow.
Gary always causes drama when I'm trying to relax. He's a total harshmellow!
από CeeFour 6 Αύγουστος 2007
7 Words related to harshmellow
noun. A chain of events leading to the ruin of one's state of contentment.
"Dude, that cop tailing us is making me nervous."
"Yeah, he's being a total harsh-mellow."
από s0meguynamedjim 31 Μάρτιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.