Top Definition
Hatley (n)- Hatley is a term used to identify a group of germanic people, mostly very intellegent and better then you.
"I am Megan."
"So?"
"I am a Hatley."
"OMG! You must be smart!"
από Megan Hatley 2 Ιούλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×