Top Definition
The act of filling a toilet with large amounts of faeces.
John went to have a bog at his mates place, it was clogged for weeks.
#bog #clog #toilet #poo #shit
από greg the man 18 Δεκέμβριος 2013
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×