Top Definition
1. Person who is in charge. i.e. one who "knocks heads". A boss

2. Large bosom
The president of this company is my headknocker.

That woman has some nice headknockers
από Reid Landes 30 Μάιος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×