Top Definition
crazy; a variation of hectic
"I gotta know exactly where we're going, because it being rush hour & all, everything's gonna be all hectified."
από ian the bastard 22 Αύγουστος 2008
5 Words related to hectified

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×