Top Definition
An intensifying variant of hectic. Describes anything that is overwhelmingly cool. Can also be used to descrube anything that is overwhelmingly serious.
1. The Arcade Fire concert was absolutely hectique. Definitely the best show I've ever seen.

2. I'm short at least two grand for tuition this semester. It's hectique.
από Chablis 4 Ιανουάριος 2006
5 Words related to hectique

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.