Top Definition
an accelerated state of intoxication which causes one to part take in unreasonable activities and destructive behavior.
Chris and Jay were soo heitmannized after the game, they jumped the fence and charged the field.
από Tim Mooney 7 Νοέμβριος 2006
5 Words related to heitmannized

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×