Top Definition
(Dutch Germanic origin) : noun : transitive verb
1. A feeling of extreme repugnance for someone or something.
2. To dislike something with deep emotion.
The man hekels those that mispronounce hekel as heckle and assume they share meaning.
#aversion #abhor #detest #despise #disgust #repugnance
από chalupabatmanthe3rd 31 Δεκέμβριος 2013
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×