Top Definition
Hell/a/nuff

a lot. a mix between Hella, and enough. More then enough.
I hate this. I have a paper due in Engish. And I have a hellanough work in Biology.

My paycheque just came! I'm going shopping. I have hellanough money!
από Deverz 28 Αύγουστος 2008
6 Words related to hellanough

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×