Top Definition
A person who excessively enjoys to hike. You can often see them mooing at cows, trying to catch a glimpse of a mountain lion, or searching for Geo-caches.
That Astrid lady is such a hikeaholic. She's went hiking 5 times this week already, and plans to go today too.
από Twerp 21 Ιανουάριος 2014
5 Words related to hikeaholic

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.