Top Definition
A woman who can ride a pole while staying in sync with the music. Also has the ablitity to sit on the ceiling with her legs in the air.
the Hipol has her ass cheeks planted on the ceiling.
από Einhander 22 Νοέμβριος 2006
5 Words related to hipol

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.