Top Definition
A term of endearment, directed at one's homeboy; a form of homie.

Originated as law enforcement's misspelled attempt at typing homie.

Often used by those of the Caucasian persuasion.
Peace out, Homire
από tina80 23 Οκτώβριος 2008
7 Words related to homire

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.