Top Definition
adjective. pronounced (hO-mO-gA-shoe-al)

word used to describe something extremely queer or gay
gay guy:"do like my new like coat?!"

straight guy:"quit being homo-gay-shual you fag"
από foshiznizzle 16 Νοέμβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×