Top Definition
(adj. homogamous)

1. Gay marriage.

2. When all the florets of a plant are the same sex.
1. "Homogamy is a big issue in American politics".

"Adam and Steve are devoted to each other; they're completely homogamous".

2. "That's a handsome homogamous bloom, Mr Florist".
από Eddie the Dog 27 Μάρτιος 2009
1 more definition
marriage between two gays; civil union.
Is homogamy legal in your country?
από uttam maharjan 19 Μάρτιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×