Top Definition
Adj. The quality of being more of a hoochie than another.
Friend: Look at those two. They be hoochies
Other friend: Yea, the one on the right is hoochier.

She's too naive to notice that he's hanging out with hoochier girls than she is.
#hoochiest #hoochie #sluttier #whorrible #slut #ho
από BeckayL 25 Απρίλιος 2012
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×