Top Definition
the act of stomping some ones car, whip, ride out
leading to the car caring a salvaged title
more of a bay area term
from the song "hood stomped out" by Clyde Carson of The Team
Bezzie you better calm down or your gonna get your hood stomped out
από KD1 10 Ιανουάριος 2008
5 Words related to hood stomped out

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.